Η Οχιά μου




Από μικρό κορίτσι είχε μια απερίγραπτη λατρεία για τα ορεινά λιβάδια.
Το λιβάδι, κατάστρωτο με πεταλούδες και σκαθάρια  που  εξατμίζεται στο καυτό άρωμα του καλοκαιριου, της προκαλούσε μέθη.
Έτσι και τα ξέφωτα.
Σε ελώδη, ηλιόλουστα σημεία, κάθονται πεταλούδες, γαλάζιες  μικρές μεταξωτές και μαυροκόκκινες μεγάλες χνουδωτές.  Και βλέπεις τα ίχνη των ζώων.
Όμως τα ορεινά λιβάδια τα αγαπούσε φανατικά, είχε τρελή λαχτάρα.
Παντού, κάτω από τις πέτρες, υποπτευόταν την Οχιά και εκείνη  ήταν ένα από τα μεγαλύτερα παραμυθένια μυστήρια της παιδικής της ζωής, μαζί με τον Ανθρωποφάγο, τον Γίγαντα και τη Μάγισσα.
Τα δαγκώματα και τις συνέπειές τους, τα άθλια αργά βασανιστήριά τους, την μυστηριώδη υφέρπουσα επίδρασή τους, τον δόλιο σκοτεινό τρόπο τους, τα ήξερε όλα από έξω και ανακατωτά, την θεραπεία...
Το υπέροχο, λεπτό, γκριζόμαυρο σώμα της Οχιάς της φαινόταν το ωραιότερο και ευγενέστερο του κόσμου και όταν αγαπούσε ένα μικρό αγόρι ήθελε να το δαγκώσει.
Ήθελε να το δαγκώσει η Οχιά στη γάμπα και εκείνη να ρουφήξει το δηλητήριο και να σώσει τη ζωή του.
Ήξερε τα στέκια της,  πηγαινε και παραμόνευε. Όμως στη ζωή της δεν είδε ποτέ ούτε μία ζωντανή οχιά, αν και το Μπέλες ήταν γεμάτο από αυτές.
Και πάντα το συγκλονιστικό όνειρο...
Το φίδι δαγκώνει το αγόρι της λίγο πάνω από τον αστράγαλο, όλοι στέκονται τρομαγμένοι και αμήχανοι και εκείνη ρουφάει το δηλητήριο και βγάζει από τον σάκκο της το γεντιανό κονιάκ ... το μεγάλο της μυστικό.
Και το αγόρι την ρωτάει, «μα που το ήξερες αυτό;»
Και το κορίτσι απαντάει απλά, «μου το είπε ο μπαμπάς μου»
Πάντα και παντού περίμενε την οχιά - - -


Άνα Ζουμάνη



SHARE

Άνα Ζουμανάκη -Εφημερόπτερα

Welcome.

  • Image
  • Image
  • Image
  • Image
  • Image